Για την πλοήγηση


Νέα - Ενημέρωση

Στεφανιαία Νόσος

Τι είναι και που οφείλεται

 Η στεφανιαία νόσος εμφανίζεται όταν τα στεφανιαία αγγεία (οι αρτηρίες που αιματώνουν την καρδιά) ανεπαρκούν να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις του μυοκαρδίου σε αίμα και οξυγόνο. Αυτό οφείλεται κατά κύριο λόγο στην αθηρωμάτωση, δηλαδή στην ανάπτυξη αθηρωματικής πλάκας στο τοίχωμα των αγγείων που αποφράσσει τον αυλό τους.

 Η συσσώρευση αθηρωματικών πλακών προκαλεί στένωση των στεφανιαίων αρτηριών, έχοντας σαν αποτέλεσμα τη μείωση της ροής του αίματος προς την καρδιά. Η ολική απόφραξη του αγγείου προκαλεί έμφραγμα του μυοκαρδίου, δηλαδή τη νέκρωση τμήματος του μυοκαρδίου που αιματώνεται από το αγγείο που έχει υποστεί βλάβη.

 Παράγοντες κινδύνου για την εμφάνιση της νόσου είναι το οικογενειακό ιστορικό, η υψηλή χοληστερόλη, το κάπνισμα, η υπέρταση, ο σακχαρώδης διαβήτης και η έλλειψη σωματικής άσκησης. Η στεφανιαία νόσος είναι η κύρια αιτία θανάτου στο Δυτικό κόσμο κυρίως στους άνδρες ηλικίας άνω των 45 ετών και στις γυναίκες άνω των 55 ετών (λόγω της διακοπής της εμμήνου ρύσεως)

Διαβάστε περισσότερα.

Βηματοδότης

Ο βηματοδότης αποτελείται από δύο τμήματα, α) την γεννήτρια(μπαταρία) που περιέχει το ηλεκτρονικό κύκλωμα και β) τα ηλεκτρόδια (καλώδια), που μεταφέρουν τα ηλε­κτρικά ερεθίσματα από τη γεννήτρια στο μυοκάρδιο. Τα βηματοδοτικά ηλεκτρόδια απο­τελούνται από  σύρματα με ένα μονωτικό περίβλημα από σιλικό­νη ή πολυουρεθάνη. Η ρύθμση των παραμέτρων του βηματοδότη γίνεται με μια ειδική κονσόλα που ονομάζεται προγραμματιστής. Ο προγραμματιστής είναι σαν ένας υπολογιστής, που τοποθε­τείται πάνω από το βηματοδότη και  «διαβάζει» τις ρυθμίσεις του βηματοδότη καθώς και τα συμβάντα που έχει καταγράψει στη μνήμη του.

 Πότε απαιτείται η χρήση βηματοδότη

 

Όταν το  σύστημα αγωγής της καρδιάς υποστεί βλάβη τότε εκδηλώνονται διάφορα  συμπτώματα όπως ζαλάδες, δύσπνοια, κόπωση, μειωμένη ικανότητα για άσκηση, ή ακόμη και επεισόδια απώλειας συνείδησης (συγκοπτικό επεισόδιο). Μερικές φορές ένα απλό ηλεκτροκαρδιογράφημα είναι αρκετό για να ανιχνεύσει τη βλάβη του ερεθισματαγωγού συστήματος, ενώ μπορεί να χρειαστούν κι άλλες πιο ειδικές εξετάσεις (24ωρη καταγραφή του ρυθμού με Holter, τηλεμετρία, εμφυτεύσιμο Holter ή ακόμη και ηλεκτροφυσιολογική μελέτη). Αν αυτές οι εξετάσεις έχουν συγκεκριμένα ευρήματα, τότε έχει ένδειξη η εμφύτευση βηματοδότη.

Η διαδικασία της εμφύτευσης

Η εμφύτευση του βηματοδότη αποτελεί χειρουργική επέμβαση και γίνεται με τοπική αναισθησία. Η εμφύτευση εκτελείται σε ειδική αίθουσα, που διαθέτει ακτινολογικό εξοπλισμό και ειδικές οθόνες. Αρχικά εκτελείται μια μικρή τομή λίγων εκατοστών στο δέρμα και υπό ακτινοσκοπική παρακολούθηση τοποθετούνται τα ηλεκτρόδια στη δεξιά κοιλία, στο δεξιό κόλπο ή και στα δύο. Στη συνέχεια ελέγχεται η σωστή θέση και η καλή λειτουργία των καλωδίων με ειδικά τεστ.  Τέλος «παρασκευάζεται» ένας χώρος κάτω από το δέρμα για να μπει η γεννήτρια, που συνδέεται με τα ήδη τοποθετημένα καλώδια. Η εμφύτευση μπορεί να διαρκέσει από 30 ως 60 λεπτά της ώρας. Για τις επόμενες δύο ημέρες ο ασθενής πρέπει να μην κινεί τον ώμο από την πλευρά που τοποθετήθηκε ο βηματοδότης, ούτως ώστε  να μη συμβεί μετακίνηση των καλωδίων, κάτι που απαιτεί νέα επέμβαση. Τα ράμματα αφαιρούνται μετά από 7-8 μέρες. Η  διάρκεια του βηματοδότη είναι περίπου 5-10 χρόνια. Αυτή η διαφορά εξαρτάται από τον τύπο του βηματοδότη, πώς είναι προγραμματισμένος και πόσο συχνά τίθεται σε λειτουργία. Είναι σημαντικό να μην αποφορτιστεί ξαφνικά η μπαταρία του βηματοδότη γι αυτό και διενεργούνται τακτικοί έλεγχοι συνήθως ανά εξάμηνο.

Διαβάστε περισσότερα

Κολπική μαρμαρυγή - Ορισμός - Αιτίες - Επικινδυνότητα

Εισαγωγή

Η Κολπική Μαρμαρυγή, ταξινομείται στις υπερκοιλιακές αρρυθμίες και είναι η πιο συχνή αρρυθμία  ιδιαίτερα σε ηλικίες άνω των 60 ετών. Είναι σπάνια στους νέους αλλά, μετά την ηλικία των 65 ετών, το 5% του πληθυσμού παρουσιάζει την αρρυθμία αυτή.  Οι οικονομικές συνέπειες στους προϋπολογισμούς της υγείας καθώς και η πρόοδος τόσο της φαρμακοβιομηχανίας όσο και της επεμβατικής καρδιολογίας (ηλεκτροφυσιολογίας), έχει στρέψει τα φώτα της επιστήμης πάνω της.

Διάγνωση

Η διάγνωση της νόσου είναι πάντα ηλεκτροκαρδιογραφική με βάση συγκεκριμένα κριτήρια. Πολλές φορές γίνεται αντιπληπτή και με την ακρόαση των καρδιακών τόνων (πλήρης αρρυθμία).

Αιτιολογία

Οι συχνότερες αιτίες της κολπικής μαρμαρυγής είναι οι παρακάτω:

-αρτηριακή υπέρταση

- παθήσεις  της μιτροειδούς βαλβίδας, 

ισχαιμική καρδιακή νόσοοξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου 

- καρδιοχειρουργικές επεμβάσεις

θυρεοειδοπάθεια

πνευμονοπάθειες

- αυξημένη κατανάλωση οινοπνεύματος, υπερβολική λήψη καφεϊνης

-παχυσαρκίασακχαρώδης διαβήτης κ.α.


Διαβάστε περισσότερα

Γυναικεία καρδιά - Καρδιαγγειακά νοσήματα στις γυναίκες

Εισαγωγή

Παρόλο που οι καρδιαγγειακές παθήσεις θεωρούνται συχνότερες στους άνδρες, ωστόσο αποτελούν τη συχνότερη αιτία θανάτου τόσο για τους άνδρες όσο και για τις γυναίκες. Η μόνη διαφορά έγκειται στο ότι τα συμπτώματα στις γυναίκες μπορεί να διαφέρουν σημαντικά από αυτά των ανδρών.

Συμπτωματολογία

Όσον αφορά τη συμπτωματολογία της ισχαιμικής καρδιακής νόσου, αυτή περιλαμβάνει κατά κύριο λόγο το στηθαγχικό άλγος όπως και στους άνδρες, που χαρακτηρίζεται από συσφικτικό οπισθοστερνικό ενόχλημα ή αίσθημα πίεσης-βάρους στο θώρακα. Όμως πολλές φορές ο πόνος δεν είναι τόσο έντονος όσο στους άνδρες και αρκετές φορές η συμπτωματολογία έχει άτυπους χαρακτήρες (ζαλάδα, αδυναμία, καταβολή, ναυτία, έμετος).. Τα καρδιαγγειακά συμπτώματα στις γυναίκες εμφανίζονται επιπλέον αρκετά συχνά στην ηρεμία ή κατά τη διάρκεια του ύπνου και πολλές φορές εκλύονται μετά από συναισθηματικό stress. Οι γυναίκες έτσι πολλές φορές καταλήγουν καθυστερημένα στο τμήμα επειγόντων περιστατικών με εγκατεστημένη νόσο είτε γιατί οι ίδιες υποεκτιμούν τα συμπτώματά τους είτε γιατί και το περιβάλλον τους επίσης συχνά δεν λαμβάνει σοβαρά υπόψην τα αναφερόμενα συμπτώματα.

Ένα άλλο σημείο στο οποίο διαφέρουν νοσολογικά οι άνδρες από τις γυναίκες είναι ότι οι γυναίκες πάσχουν συχνά από τη λεγόμενη μικροαγγειακή νόσο, δηλαδή πάσχουν οι μικρότερες αρτηρίες που αιματώνουν την καρδιά κι όχι οι κύριες στεφανιαίες αρτηρίες όπως συχνότερα συμβαίνει στους άνδρες.


Διαβάστε περισσότερα

Αρτηριακή Πίεση - Ορισμός - Φυσιολογικές τιμές-Σωστός τρόπος μέτρησης

Ορισμός αρτηριακής πίεσης

 

Αρτηριακή πίεση είναι η πίεση που ασκεί το αίμα στα τοιχώματα των αρτηριών και εξαρτάται από τον όγκο παλμού (δηλαδή πόσο αίμα εξωθεί η καρδιά μας σε κάθε συστολή) και από την αντίσταση των αγγείων ση ροή του αίματος.

 

Τι σημαίνει συστολική και διαστολική πίεση;

 

Η αρτηριακή πίεση μετράται με δύο νούμερα, το ένα είναι η συστολική πίεση (κοινώς «μεγάλη» πίεση) και το άλλο είναι η διαστολική πίεση (ή αλλιώς «μικρή» πίεση). Η συστολική πίεση δηλώνει την πίεση-τάση που ασκεί το αίμα στα τοιχώματα των αγγείων όταν φεύγει από την καρδιά δηλαδή κατά τη συστολή-σύσπαση αυτής, ενώ η διαστολική πίεση εκφράζει την πίεση που ασκεί το αίμα στα τοιχώματα των αγγείων όταν η καρδιά διαστέλλεται δηλαδή όταν «ξεκουράζεται» για να ξεναγεμίσει με αίμα. Οι μονάδες μέτρησης της πίεσης είναι τα χιλιοστά της στήλης υδραργύρου (mmHg).

 

Φυσιολογικές τιμές αρτηριακής πίεσης

Σήμερα, πιστεύεται ότι η αρτηριακή πίεση σε υγιείς ενήλικες δεν θα πρέπει να υπερβαίνει το όριο των 120/80mmHg, δηλαδή, η συστολική πίεση (μεγάλη) να μην υπερβαίνει τα 120mmHg και η διαστολική (μικρή) να μην υπερβαίνει τα 80mmHg.
Φυσιολογική < 130/90 mmHg
Προϋπέρταση 130-140/90mmHg
Ήπια υπέρταση 140-150mmHg
Μέτρια υπέρταση 160/95mmHg
Βαριά υπέρταση >160/95mmHg
Συστολική μεμονωμένη υπέρταση >160/<90mmHg
Διαστολική μεμονωμένη <140/>95mmHg


Διαβάστε περισσότερα

Προαθλητικός καρδιολογικός έλεγχος-Προαιρετικός ή υποχρεωτικός;

Εισαγωγή

Ο αιφνίδιος καρδιακός θάνατος που σχετίζεται με την άθληση αποτελεί ένα σπάνιο αλλά συνάμα τραγικό συμβάν. Τα θύματα είναι τις περισσότερες φορές νέοι άνθρωποι, φαινομενικά υγιείς, αρκετά συχνά με μια υποκείμενη, αδιάγνωστη καρδιολογική πάθηση. Τίθεται επομένως το εύλογο ερώτημα κατά πόσο μπορούμε να ταυτοποιήσουμε τα άτομα που διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο αιφνιδίου καρδιακού θανάτου και να επέμβουμε έγκαιρα, ώστε να περιορίσουμε το επίπεδο της αθλητικής δραστηριότητας και το φάσμα των σπορ μέσα σε ασφαλή πλαίσια. 

Αιτίες

Οι συνηθέστερες αιτίες αιφνιδίου καρδιακού θανάτου κατά τη διάρκεια της άθλησης περιλαμβάνουν τις κακοήθεις αρρυθμίες, όπως η κοιλιακή ταχυκαρδία ή η κοιλιακή μαρμαρυγή. Υποκείμενες οργανικές καρδιοπάθειες (π.χ. υπερτροφική μυοκαρδιοπάθεια, αρρυθμιογόνος δυσπλασία της δεξιάς κοιλίας κ.λ.π.) αυξάνουν τον προαναφερθέντα καρδιολογικό κίνδυνο με τους παρακάτω δύο τρόπους:

  • Η παρατεταμένη άσκηση επάγει δομικές αλλοιώσεις (π.χ. ίνωση, διαταραχή της αρχιτεκτονικής δομής του μυοκαρδίου, διάταση δεξιών και αριστερών καρδιακών κοιλοτήτων) σε άτομα με συγκεκριμένη προδιάθεση με αποτέλεσμα την δημιουργία αρρυθμιολογικού υπόβαθρου.
  • Οι αυξημένες απαιτήσεις του μυοκαρδίου σε οξυγόνο και ενέργεια προκαλούν μέσω ειδικών μηχανισμών (έκκριση κατεχολαμινών, ηλεκτρολυτικές διαταραχές) την αρρυθμιογένεση σε άτομα με υποκείμενη καρδιοπάθεια.

 

Καρδιαγγειακά οφέλη της άσκησης

Είναι αδιαμφισβήτητα τα οφέλη της άσκησης στο καρδιαγγειακό σύστημα καθώς αυτή βοηθά στην ρύθμιση διαφόρων καρδιαγγειακών και μεταβολικών παραμέτρων, όπως της αρτηριακής πίεσης, της χοληστερίνης, των λιπιδίων και του σακχάρου. Τα διάφορα είδη άσκησης (αερόβια ή αναερόβια, υψηλής ή χαμηλής έντασης) προκαλούν διαφορετικές δομικές-προσαρμοστικές μεταβολές του μυοκαρδίου (αθλητική καρδιά) που πολλές φορές συγχέονται με παθολογικές καρδιακές παθήσεις όπως η υπετροφικής μυοκαρδιοπάθεια και μάλιστα αποτελεί μεγάλη πρόκληση για τον καρδιολόγο να διακρίνει την μία από την άλλη κλινική οντότητα.

Πρωτόκολλο προαθλητικού καρδιολογικού ελέγχου

Το πρωτόκολλο του προαθλητικού καρδιολογικού ελέγχου περιλαμβάνει:

-την κλινική εξέταση με την εξέταση των καρδιακών τόνων, την εντόπιση τυχόν φυσημάτων, παθολογικών ήχων ή αρρυθμιών.

-το ΗΚΓ, όπου  πρέπει να γίνει διάκριση των φυσιολογικών παραλλαγών εξαιτίας της άθλησης (π.χ. φλεβοκομβική βραδυκαρδία, πρώιμη επαναπόλωση) από τις ύποπτες ηλεκτροκαρδιογραφικές αλλοιώσεις, που σχετίζονται με κάποια υποκείμενη καρδιολογική πάθηση.

-τον υπέρηχο καρδιάς, που πρέπει να διενεργείται σε όλους τους αθλητές με ύποπτα ευρήματα στην κλινική εξέταση ή το ΗΚΓ, με ιστορικό αιφνιδίου καρδιακού θανάτου ή αρρυθμιολογικό οικογενειακό ιστορικό (υπερτροφική μυοκαρδιοπάθεια) καθώς και σε αθλητές που ασχολούνται με τον πρωταθλητισμό.

-ειδικές εξετάσεις όπως μαγνητική καρδιάς όταν απαιτείται λεπτομερέστερος έλεγχος του μυοκαρδίου με βάση τα ευρήματα του λοιπού καρδιολογικού ελέγχου.

Συστάσεις Αμερικάνικης Καρδιολογικής Εταιρείας

Η Αμερικάνικη Καρδιολογική εταιρεία έχει προτείνει έναν συγκεκριμένο αλγόριθμο προαθλητικού καρδιολογικού ελέγχου, όπου εξετάζονται συγκεκριμένες παράμετροι του ασθενούς  από το ιστορικό, την κλινική εξέταση, το ΗΚΓ και κάποια ειδικά score σε συνδυασμό με παραμέτρους που έχουν να κάνουν με τη δυναμική ή στατική συνιστώσα της άσκησης. Η δυναμική συσνιστώσα έχει να κάνει κατά κύριο λόγο με την κατανάλωση οξυγόνου κατά την διάρκεια της άσκησης. Στα αθλήματα με αυξημένη δυναμική συνιστώσα κατατάσσονται το ποδόσφαιρο, ο μαραθώνιος, το μπάσκετ και η πυγμαχία.

Συμπέρασμα

Ο αθλητισμός έχει ευεργετικά οφέλη στο καρδιαγγειακό σύστημα και γενικότερα στη σωματική και ψυχική υγεία του ανθρώπου, αρκεί να έχει προηγηθεί ο απαιτούμενος προαγωνιστικός έλεγχος, που θα ανιχνεύσει τα άτομα με αυξημένο κίνδυνο αιφνιδίου καρδιακού θανάτου, ώστε να τους δοθούν οι κατάλληλες συστάσεις για το είδος της άθλησης που μπορούν να ακολουθήσουν μέσα σε ασφαλή πλαίσια.

Διακοπή καπνίσματος - Ένα σημαντικό μέτρο καρδιαγγειακής πρόληψης

Εισαγωγή

Το κάπνισμα υπάγεται στις θανατηφόρες διαταραχές εθισμού. Υπολογίζεται ότι σε έναν ισόβιο καπνιστή αναλογεί απώλεια 10 ετών ζωής, όταν ο αντίστοιχος αριθμός είναι <3 έτη σε έναν ασθενή με σοβαρή υπέρταση και <1 έτος σε ασθενή με ήπια υπέρταση. Το κάπνισμα ευθύνεται για μια πληθώρα παθήσεων αλλά και για πάνω από το 50% όλων των αναστρέψιμων θανατηφόρων νοσημάτων στη ζωή ενός καπνιστή, τα μισά εκ των οποίων αφορούν καρδιαγγειακούς θανάτους. Ο 10ετής καρδιαγγειακός κίνδυνος είναι διπλάσιος στους καπνίζοντες συγκριτικά με τους μη καπνίζοντες, ενώ ο σχετικός κίνδυνος ενός καπνιστή ηλικίας <50 ετών είναι 5πλάσιος σε σχέση με τον αντίστοιχο ενός μη καπνιστή της ίδιας ηλικίας.

Παθητικό κάπνισμα

Το παθητικό κάπνισμα αυξάνει τον κίνδυνο στεφανιαίας νόσου. Η έκθεση στον καπνό είτε στο οικιακό ή εργασιακό περιβάλλον αυξάνει κατά 30% τον συνολικό καρδιαγγειακό κίνδυνο. Η απαγόρευση του καπνίσματος στους δημόσιους χώρους μπορεί να συμβάλλει ουσιαστικά στην ελάττωση της επίπτωσης του εμφράγματος.

Μηχανισμοί με τους οποίους το κάπνισμα αυξάνει τον καρδιαγγειακό κίνδυνο

Το κάπνισμα επάγει τόσο την αθηρογένεση όσο και τη θρομβογένεση. Αλλοιώνει την ενδοθηλιακή λειτουργία και τη λειτουργικότητα των αιμοπεταλίων, αυξάνει το οξειδωτικό stress και την ινωδόλυση, προκαλεί φλεγμονή και οξείδωση των λιπιδίων και όλα τα παραπάνω οδηγούν στο σχηματισμό της αθηρωματικής πλάκας. Παρόλο που σε πειραματικές μελέτες τα παραπάνω φαινόμενα φαίνεται να είναι αναστρέψιμα σε μικρό χρόνο μετά τη διακοπή του κανίσματος, στην πραγματικότητα (in vivo) ο σχηματισμός της αθηρωματικής πλάκας δεν είναι πλήρως αναστρέψιμος μετά τη διακοπή του καπνίσματος και επομένως οι καπνιστές δεν πρόκειται ποτέ να φτάσουν στα επίπεδα των μη καπνιστών όσον αφορά τον καρδιαγγειακό κίνδυνο.

Διακοπή καπνίσματος

Τα καρδιαγγειακά οφέλη από την διακοπή καπνίσματος είναι αδιαμφισβήτητα. Κάποια από αυτά είναι σχεδόν άμεσα, ενώ κάποια άλλα χρειάζονται περισσότερο χρόνο για να εκδηλωθούν. Ο καρδιαγγειακός κίνδυνος ενός ασθενή που έχει διακόψει το κάπνισμα ισοδυναμεί με κάτι ενδιάμεσο μεταξύ αυτού ενός ενεργού καπνιστή και ενός μη καπνιστή. Η διακοπή του καπνίσματος σε έναν ασθενή, που έχει υποστεί έμφραγμα του μυοκαρδίου είναι ίσως το πιο σημαντικό μέτρο δευτερογενούς πρόληψης. Η καρδιαγγειακή θνητότητα ελαττώνεται σημαντικά μέσα στους πρώτους έξι μήνες από τη διακοπή του καπνίσματος. Τυχαιοποιημένες μελέτες υποστηρίζουν ότι ο καρδιαγγειακός κίνδυνος ενός ασθενή που έχει διακόψει το κάπνισμα εξισώνεται με αυτόν ενός μη καπνιστή μετά από 10-15 χρόνια αφότου έχει διακόψει το κάπνισμα. Τα προγράμματα διακοπής καπνίσματος πρέπει να ξεκινούν ήδη κατά τη διάρκεια της νοσηλείας ενός ασθενούς με στεφανιαία νόσο και να συνεχίζονται εντατικοποιημένα και μετά το εξιτήριο σε ειδικά τακτικά ιατρεία. Εκεί ο ειδικός λαμβάνει ένα πλήρες ιστορικό από τον ασθενή σε σχέση με τις καπνιστικές του συνήθειες, ενώ δίνει στον ασθενή να συμπληρώσει κάποια ερωτηματολόγια που αξιολογούν τον βαθμό εθισμού, ώστε να εφαρμοστούν τα κατάλληλα συμβουλευτικά μέτρα.   Ο ιατρός οφείλει να προειδοποιήσει τον ασθενή και για τις πιθανές «παρενέργειες» της διακοπής του καπνίσματος, όπως είναι η απότομη πρόσληψη βάρους (κατά μέσο όρο 5 κιλών) και να τον διαβεβαιώσει ότι τα πλεονεκτήματα της διακοπής αντισταθμίζουν κατά πολύ τα μειονεκτήματα που ενδεχομένως προκύπτουν από την πρόσληψη βάρους.

Μέτρα διακοπής καπνίσματος

Εφόσον αποτύχουν οι συμβουλευτικές μέθοδοι ή και παράλληλα με αυτές εφαρμόζονται επιπλέον μέτρα όπως η θεραπεία με υποκατάστατα νικοτίνης (τσίχλα νικοτίνης, διαδερμικά αυτοκόλλητα νικοτίνης, ρινικά spray ή εισπνοές νικοτίνης, υπογλώσσια δισκία) ή χορήγηση φαρμάκων όπως η βαρενικλίνη και η αντικαταθλιπτική ουσία, βουπροπιόνη.

Ηλεκτρονικό τσιγάρο

Το ηλεκτρονικό τσιγάρο ή αλλιώς ατμιστής λειτουργεί χωρίς φυσική φλόγα, χρησιμοποιώντας μικροηλεκτρονική τεχνολογία. Αποτελείται από την πηγή ενέργειας (επαναφορτιζόμενη μπαταρία ιόντων λιθίου), τη θήκη της μπαταρίας που περιέχει και το κύκλωμα ελέγχου της τάσης, την ηλεκτρική αντίσταση ατμοποίησης (κεφαλή του ατμοποιητή), το δοχείο του υγρού που λειτουργεί και ως θάλαμος ατμοποίησης (αλλιώς γνωστός ως ατμοποιητής όταν πωλείται μαζί με την αντίσταση) και το στόμιο. Χρησιμοποιούν μεν νικοτίνη όπως το τσιγάρο αλλά απαλλαγμένη από τις πλειοψηφία των χημικών εκδόχων και γι αυτό το λόγο θεωρείται λιγότερο επιβλαβές.

Άλλες μέθοδοι

Άλλα μέτρα διακοπής καπνίσματος περιλαμβάνουν τις ατομικές και ομαδικές ψυχοθεραπευτικές παρεμβάσεις, την υποστήριξη από τον/την σύντροφο και το οικογενειακό περιβάλλον του καπνιστή, ενώ δεν υπάρχουν ακόμη επαρκή και αξιόπιστα δεδομένα σχετικά με την αποτελεσματικότητα άλλων εναλλακτικών μεθόδων όπως ο βελονισμός, το laser, η υπνοθεραπεία ή η ηλεκτροδιέγερση.